Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ροσινάντ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Ροσινάης
      γενική του Ροσινάη
    αιτιατική τον Ροσινάη
     κλητική Ροσινάη
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ροσινάντ < ισπανική Rocinante

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

Ροσινάντ θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

[1]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ιδαλγός της ιδέας: η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία, Εκδόσεις Πόλις, 2007, σελ. 92