Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρουβήμ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ρουβήμ < εβραϊκή רְאוּבֵן (r'uvén)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ρουβήμ άκλιτο

  1. (θρησκεία) βιβλικό πρόσωπο, πρωτότοκος γιος του Ιακώβ· άλλη μορφή του Ρουβήν
  2. (σπάνιο) ανδρικό όνομα
  3. (σπάνιο) επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταγραφές

[επεξεργασία]

για ελληνικό επώνυμο:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]