Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρούδινος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ρούδινος οι Ρούδινοι
      γενική του Ρούδινου των Ρούδινων
    αιτιατική τον Ρούδινο τους Ρούδινους
     κλητική Ρούδινε Ρούδινοι
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ρούδινος < σλαβικής προέλευσης Рудино Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɾu.ði.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ρούδινος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ρούδινος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 41 Β, 24 Ιουνίου 1922