Ρούσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ρούσσος, ρούσος, ῥούσιος

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ρούσος οι Ρούσοι
      γενική του Ρούσου των Ρούσων
    αιτιατική τον Ρούσο τους Ρούσους
     κλητική Ρούσε Ρούσοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɾu.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ρού‐σος

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

Ρούσος < → δείτε και τις λέξεις Ρώσος, ρούσος και ρούσικος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ρούσος αρσενικό (θηλυκό Ρουσίδα)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

Ρούσος < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ρούσος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα (θηλυκό Ρούσα)
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ρούσου)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]