Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ρότσιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Ρότσιας οι Ρότσιες
& Ροτσιέηδες
      γενική του Ρότσια των
Ροτσιέηδων
    αιτιατική τον Ρότσια τους Ρότσιες
& Ροτσιέηδες
     κλητική Ρότσια Ρότσιες
& Ροτσιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ρότσιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ρότσιας αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]