Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σίρκογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Σίρκογλου οι Σίρκογλοι
& Σιρκογλαίοι
οι Σίρκογλου
      γενική του/της Σίρκογλου των Σίρκογλων
& Σιρκογλαίων
των Σίρκογλου
    αιτιατική τον/τη Σίρκογλου τους Σίρκογλους
& Σιρκογλαίους
τους/τις Σίρκογλου
     κλητική Σίρκογλου Σίρκογλοι
& Σιρκογλαίοι
Σίρκογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σίρκογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σίρκογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]
  • Κατάλογος επωνύμων των Κυπρίων πολιτών, 31/12/1899 - 19/06/2016, Εθνική Διαδικτυακή Πύλη Ανοικτών Δεδομένων, Κυπριακή Δημοκρατία, CC-BY-4.0, ανακτήθηκε 6/10/2023