Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σαλιάκος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Σαλιάκος οι Σαλιάκοι
      γενική του Σαλιάκου των Σαλιάκων
    αιτιατική τον Σαλιάκο τους Σαλιάκους
     κλητική Σαλιάκο Σαλιάκοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Δημητράκος (κλίση: υπνάκος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σαλιάκος < + -άκος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σαλιάκος αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]