Σαλωνίκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σαλωνίκη < γενική ενικού του αρσενικού Σαλωνίκης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σαλωνίκη θηλυκό (αρσενικό Σαλωνίκης)
Σαλωνίκη θηλυκό (αρσενικό Σαλωνίκης)