Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σαμλόγλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Σαμλόγλου οι Σαμλόγλοι
& Σαμλογλαίοι
οι Σαμλόγλου
      γενική του/της Σαμλόγλου των Σαμλόγλων
& Σαμλογλαίων
των Σαμλόγλου
    αιτιατική τον/τη Σαμλόγλου τους Σαμλόγλους
& Σαμλογλαίους
τους/τις Σαμλόγλου
     κλητική Σαμλόγλου Σαμλόγλοι
& Σαμλογλαίοι
Σαμλόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σαμλόγλου < οθωμανική τουρκική ?, στην τουρκική γλώσσα Şamlı (που κατάγεται από τη Δαμασκό) (< τουρκική Şam (Δαμασκός)) + -όγλου

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σαμλόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]