Σαπούνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σαπούνη < γενική ενικού του αρσενικού Σαπούνης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σαπούνη θηλυκό (αρσενικό Σαπούνης)
Σαπούνη θηλυκό (αρσενικό Σαπούνης)