Σαρακηνός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική Σαρακηνός Σαρακηνώ Σαρακηνοί
Γενική Σαρακηνοῦ Σαρακηνοῖν Σαρακηνῶν
Δοτική Σαρακην Σαρακηνοῖν Σαρακηνοῖς
Αιτιατική Σαρακηνόν Σαρακηνώ Σαρακηνούς
Κλητική Σαρακηνέ Σαρακηνώ Σαρακηνοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σαρακηνός < αραβική شرقيين (sharqiyyin, ανατολίτης)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Σαρακηνός αρσενικό

  1. (ελληνιστική κοινή) (ιστορία) μέλος της αραβικής νομαδικής φυλής, που κατοικούσε στη χερσόνησο του Σινά
  2. (κατ’ επέκταση) Άραβας