Σαρκοφάγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Σαρκοφάγα
      γενική των Σαρκοφάγων
    αιτιατική τα Σαρκοφάγα
     κλητική Σαρκοφάγα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σαρκοφάγα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: σαρκοφάγος στον πληθυντικό, (μεταφραστικό δάνειο) υστερολατινική Carnivora • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σαρκοφάγα ουδέτερο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]