Σαρλαντζή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σαρλαντζή < γενική ενικού του αρσενικού Σαρλαντζής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σαρλαντζή θηλυκό
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σαρλαντζής
Σαρλαντζή θηλυκό