Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σεγκιούλογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Σεγκιούλογλου οι Σεγκιούλογλοι
& Σεγκιουλογλαίοι
οι Σεγκιούλογλου
      γενική του/της Σεγκιούλογλου των Σεγκιούλογλων
& Σεγκιουλογλαίων
των Σεγκιούλογλου
    αιτιατική τον/τη Σεγκιούλογλου τους Σεγκιούλογλους
& Σεγκιουλογλαίους
τους/τις Σεγκιούλογλου
     κλητική Σεγκιούλογλου Σεγκιούλογλοι
& Σεγκιουλογλαίοι
Σεγκιούλογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σεγκιούλογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σεγκιούλογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]