Σερδάρου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σερδάρου < γενική ενικού του αρσενικού Σερδάρος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σερδάρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Σερδάρος)
Σερδάρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Σερδάρος)