Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σερδάρου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σερδάρου < γενική ενικού του αρσενικού Σερδάρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σερδάρου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Σερδάρος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]