Σερραίος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σερραίος < Σέρρες + -αίος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σερραίος αρσενικό, θηλυκό Σερραία

  1. (πατριδωνυμικό) ο κάτοικος ή αυτός που κατάγεται από τις Σέρρες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]