Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σιλέκ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σιλέκ < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σιλέκ αρσενικό άκλιτο

  • Σιλέκ - Trismegistos People, βάση ονομάτων μη βασιλικών προσώπων που αναφέρονται ως κάτοικοι της Αιγύπτου μεταξύ του 800 π.Χ. και του 800 μ.Χ., KU Leuven