Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σιμιχίδας

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
δωρική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Σῑμῐχῐδ-
ονομαστική Σιμιχίδᾱς τοὶ Σιμιχῖδαι
      γενική τῶ Σιμιχίδω τῶν Σιμιχιδᾶν
      δοτική τῷ Σιμιχίδ τοῖς Σιμιχίδαις
    αιτιατική τὸν Σιμιχίδᾱν τώς Σιμιχίδᾱς
     κλητική ! Σιμιχίδ Σιμιχῖδαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Σιμιχίδ
γεν-δοτ τοῖν  Σιμιχίδαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Ἀτρείδης' όπως «Ἀτρείδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σιμιχίδας < Σιμίχη + -ίδᾱς (-ίδης) «γιος της Σιμίχης».

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siː.mi.kʰí.daːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Δωρική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Σιμιχίδας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σῑμιχίδᾱς, -ω αρσενικό (πατρωνυμικό)