Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σιφαεύς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Σιφαεύς οἱ Σιφαεῖς
      γενική τοῦ Σιφαέως τῶν Σιφαέων
      δοτική τῷ Σιφαεῖ τοῖς Σιφαεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Σιφαέ τοὺς Σιφαέᾱς
     κλητική ! Σιφαεῦ Σιφαεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Σιφαεῖ
γεν-δοτ τοῖν  Σιφαέοιν
Δεν καταγράφονται καταλήξεις πληθυντικού σε -ῆς.
3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'Ἀντιοχεύς' όπως «Ἀντιοχεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σιφαεύς < αρχαία ελληνική Σῖφαι + -εύς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Σιφαεύς αρσενικό