Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σκίτις

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σκῆτις, σκήτης

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Σκίτῐς
      γενική τῆς Σκίτεως
      δοτική τῇ Σκίτει
    αιτιατική τὴν Σκίτῐν
     κλητική ! Σκίτῐ
3η κλίση, Κατηγορία 'πόλις' όπως «πόλις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σκίτις (ελληνιστική κοινή) <  δείτε τη λέξη Σκῆτις

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σκίτις θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • σκῆτις - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
  • Σοφοκλής Ευαγγελινός Αποστολίδης, Greek Lexicon of the Roman and Byzantine Periods (from B.C. 146 to A.D. 1100). Εκδότης: Harvard University Press, 1870, σελ. 995 @books.google.gr
  • s.v. σκήτη - Νικόλαος Π. Ανδριώτης (1983) Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). ISBN 9602310367. Έκδοση 3η, φωτοτυπική με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα. (1η έκδ:1951, 2η έκδ:1967)
    σκήτη, η < μεταγν. σκῆτις, από το τοπωνύμιο της Αιγύπτου Σκῆτις - Σκίτις
    σελ. 230 @books.google.gr
  • σκήτη - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.