Σκληρή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σκληρή θηλυκό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Σκληρή
|
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Σκληρή < γενική ενικού του αρσενικού Σκληρής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σκληρή θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Σκληρής)