Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σκυλλίτσι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Σκυλλίτσι τα Σκυλλίτσια
      γενική του Σκυλλιτσίου των Σκυλλιτσίων
    αιτιατική το Σκυλλίτσι τα Σκυλλίτσια
     κλητική Σκυλλίτσι Σκυλλίτσια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σκυλλίτσι < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sciˈli.t͡si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Σκυλλίτσι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σκυλλίτσι ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 55 Α, 4 Μαρτίου 1970