Σουρδάνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σουρδάνη < γενική ενικού του αρσενικού Σουρδάνης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σουρδάνη θηλυκό (αρσενικό Σουρδάνης)
Σουρδάνη θηλυκό (αρσενικό Σουρδάνης)