Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σπαήδες

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Σπαήδες
      γενική των Σπαήδων
    αιτιατική τους Σπαήδες
     κλητική Σπαήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σπαήδες < πληθυντικός αριθμός του Σπαής / σπαής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spaˈi.ðes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Σπαήδες

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σπαήδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 54 Α, 5 Μαρτίου 1955