Σπαθίφυλλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Σπαθίφυλλο τα Σπαθίφυλλα
      γενική του Σπαθιφύλλου
& Σπαθίφυλλου
των Σπαθιφύλλων
& Σπαθίφυλλων
    αιτιατική το Σπαθίφυλλο τα Σπαθίφυλλα
     κλητική Σπαθίφυλλο Σπαθίφυλλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
σπαθίφυλλο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σπαθίφυλλο ουδέτερο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]