Σπυρίδων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική Σπυρίδων (και Σπυρίδωνας)
γενική Σπυρίδωνος και Σπυρίδωνα
αιτιατική Σπυρίδωνα
κλητική Σπυρίδων και Σπυρίδωνα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σπυρίδων < ελληνιστική κοινή Σπυρίδων

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Σπυρίδων αρσενικό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Σπυρίδων
Γενική Σπυρίδωνος
Δοτική Σπυρίδωνι
Αιτιατική Σπυρίδωνα
Κλητική Σπυρίδων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σπυρίδων < αρχαία ελληνική σπυρίς[1]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Σπυρίδων αρσενικό

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αυτός που κατασκευάζει σπυρίδες ή ο εύπορος, ο πλούσιος, που έχει πολύ σιτάρι ή άλλα αγαθά σε σπυρίδες