Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σταμπόλλογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Σταμπόλλογλου οι Σταμπόλλογλοι
& Σταμπολλογλαίοι
οι Σταμπόλλογλου
      γενική του/της Σταμπόλλογλου των Σταμπόλλογλων
& Σταμπολλογλαίων
των Σταμπόλλογλου
    αιτιατική τον/τη Σταμπόλλογλου τους Σταμπόλλογλους
& Σταμπολλογλαίους
τους/τις Σταμπόλλογλου
     κλητική Σταμπόλλογλου Σταμπόλλογλοι
& Σταμπολλογλαίοι
Σταμπόλλογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σταμπόλλογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σταμπόλλογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]