Σταυρομήτρου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Σταυρομήτρου < γενική ενικού του αρσενικού Σταυρομήτρος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Σταυρομήτρου θηλυκό (αρσενικό Σταυρομήτρος)
Σταυρομήτρου θηλυκό (αρσενικό Σταυρομήτρος)