Μετάβαση στο περιεχόμενο

Στοκάκος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Στοκάκος οι Στοκάκοι
      γενική του Στοκάκου των Στοκάκων
    αιτιατική τον Στοκάκο τους Στοκάκους
     κλητική Στοκάκο Στοκάκοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Δημητράκος (κλίση: υπνάκος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Στοκάκος < + -άκος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στοκάκος αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]