Μετάβαση στο περιεχόμενο

Στρατοκλῆς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Στρατοκλής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Στρατοκλῆς οἱ Στρατοκλεῖς
      γενική τοῦ Στρατοκλέους τῶν Στρατοκλέων
      δοτική τῷ Στρατοκλεῖ τοῖς
    αιτιατική τὸν Στρατοκλέα
& Στρατοκλ
τοὺς Στρατοκλεῖς
     κλητική ! Στρατόκλεις Στρατοκλεῖς
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ 
γεν-δοτ τοῖν 
Μόνο συνηρημένο.
3η κλίση, ομάδα 'Περικλέης Περικλῆς', Κατηγορία 'Περικλῆς' όπως «Περικλῆς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Στρατοκλῆς < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στρατοκλῆς, -έους αρσενικό