Στρατόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Στρατόγλου | οι | Στρατόγλοι & Στρατογλαίοι |
οι | Στρατόγλου |
| γενική | του/της | Στρατόγλου | των | Στρατόγλων & Στρατογλαίων |
των | Στρατόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Στρατόγλου | τους | Στρατόγλους & Στρατογλαίους |
τους/τις | Στρατόγλου |
| κλητική | Στρατόγλου | Στρατόγλοι & Στρατογλαίοι |
Στρατόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Στρατόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Στρατόγλου αρσενικό ή θηλυκό