Στριλιγκά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Στριλιγκά < γενική ενικού του αρσενικού Στριλιγκάς
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Στριλιγκά θηλυκό (αρσενικό Στριλιγκάς)
Στριλιγκά θηλυκό (αρσενικό Στριλιγκάς)