Μετάβαση στο περιεχόμενο

Στυλιανός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Στυλιανός οι Στυλιανοί
      γενική του Στυλιανού των Στυλιανών
    αιτιατική τον Στυλιανό τους Στυλιανούς
     κλητική Στυλιανέ Στυλιανοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Στυλιανός < ελληνιστική κοινή Στυλιανός < αρχαία ελληνική στῦλος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sti.ʎaˈnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : Στυ‐λια‐νός

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στυλιανός αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα (θηλυκό Στυλιανή)
  2. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Στυλιανού)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταγραφές για το επώνυμο

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις για το όνομα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ Στυλιανός οἱ Στυλιανοί
      γενική τοῦ Στυλιανοῦ τῶν Στυλιανῶν
      δοτική τῷ Στυλιανῷ τοῖς Στυλιανοῖς
    αιτιατική τὸν Στυλιανόν τοὺς Στυλιανούς
     κλητική ὦ! Στυλιανέ Στυλιανοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Στυλιανώ
γεν-δοτ τοῖν  Στυλιανοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Στυλιανός < αρχαία ελληνική στῦλος από την συνήθεια των στυλιτών μοναχών να ασκητεύουν πάνω σε στύλο ή ως ευχή των γονέων το παιδί να αποτελέσει το στύλο του σπιτιού. (ευχετικό ανθρωπωνύμιο)[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Στυλιανός, -οῦ αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  • Στυλιανός@LGPN - Lexicon of Greek Personal Names online [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) ονομάτων] (στα αγγλικά), εκδόσεις από το 1972, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.