Συζήτηση:ένστολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ο ένστολος δεν έχει καμία σχέση με τους στρατιωτικούς και αστυνομικούς .

εν-στολή είναι χρονικός προσδιορισμός και όχι ιδιότητα ή επάγγελμα . Η ερμηνεία που δίνετε στην λέξη ένστολος είναι κακόβουλη και θέλετε να προσβάλετε μία συγκεκριμένη τάξη . ένστολη εν ώρα εργασίας είναι πάνω από δύο χιλιάδες επαγγέλματα ( που φορούν στολή )

Να τη διαγράψετε

ΠΕΡΙ ΕΝΣΤΟΛΩΝ

Θα παρουσιάσουμε την ερμηνεία τους όπως αυτή αναγράφεται στα διάφορα ερμηνευτικά λεξικά της Νεοελληνικής γλώσσας για να φανεί η κακοποίηση της ιδιότητάς-επαγγέλματος με την ας πούμε κακοπροαίρετη λέξη πρός τους στρατιωτκούς . Το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής είναι ένα σύγχρονο και πλήρες ερμηνευτικό, ορθογραφικό και ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής. Εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1998 από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και αποτελεί αποτέλεσμα πολύχρονης και συστηματικής επεξεργασίας. Είναι το πρώτο λεξικό της νεοελληνικής που έθεσε επιστημονικές λεξικογραφικές αρχές και επηρέασε με τον τρόπο αυτό καθοριστικά τη σημερινή νεοελληνική λεξικογραφική πραγματικότητα. Ας δούμε τη γράφει και πώς ερμηνεύει τις λέξεις

στολή η [stolí] Ο29 : ομοιόμορφη ενδυμασία την οποία φορούν άτομα που ασκούν ορισμένα επαγγέλματα, συνήθ. κατά την ώρα της εργασίας τους, ή άτομα που κατέχουν ένα αξίωμα, κατά τις επίσημες εμφανίσεις τους κτλ.: Στρατιωτική ~, των στρατιωτικών, τα στρατιωτικά. Nαυτική ~, των ναυ τικών, τα ναυτικά. Iερατική ~. ~ αξιωματικού. ~ στρατηγού / λοχαγού / στρατιώτη. ~ πλοιάρχου / ναύτη. ~ αστυνομικού. ~πυροσβέστη - κλητήρα / θυρωρού. Xειμερινή / θερινή ~. ~ αγγαρείας / εξόδου, των στρατιωτικών. Mεγάλη ~, που φορούν οι αξιωματικοί στις επίσημες τελετές. ~ ιππασίας / αστροναύτη / δύτη, κατάλληλη για τη δραστηριότητα που ασκούν. || παραδοσιακή, εθνική ενδυμασία, όταν φοριέται στη σύγχρονη εποχή σε διάφορες εκδηλώσεις ή παραστάσεις: Xόρεψαν ντυμένοι με νησιώτικες στολές. εν [en] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και εν-) σε ΦΡ ή εκφράσεις με σημασία συνήθ. τροπική ή χρονική: ένστολος -η -ο [énstolos] Ε5 : που φορά στολή: ~ πολίτης*. || (ως ουσ.).

Άρα την  στολή την φέρουν οι οιονδήποτε  που ασκούν  οιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία αλλά και δραστηριότητα .

Το εν έχει τροπική (ανάλογα με το επάγγελμα -εργασία ) αλλά κυρίως έχει χρονική σημασία . Όταν κάνει χρήση της στολής τότε είναι ένστολος δηλαδή μόνον κατά τον χρόνο της δραστηριότητάς του .

Συμπέρασμα ότι η λέξη ένστολος ουδεμία σχέση έχει με την ιδιότητα του καθενός ή επάγγελμα του και σύμφωνα με το Σύνταγμα της Ελλάδος πουθενά δεν υπάρχει ιδιότητα ή επάγγελμα ενστόλου . Εξάλλου στό Σύνταγμα της Ελλάδος ο Πρόεδρος της Ελλάδος είναι Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και όχι των ενστόλων .

στρατιωτικός -ή -ό [stratiotikós] Ε1 : 1α. που έχει σχέση με το στρατό ή με το στρατιώτη και γενικότερα με τις ένοπλες δυνάμεις, που ανήκει σε αυτές, που γίνεται από ή για αυτές, που στηρίζεται σε αυτές: Στρατιωτι κή υπηρεσία / θητεία. Στρατιωτικό επάγγελμα. Στρατιωτικό αεροδρόμιο / όχημα / νοσοκομείο. Στρατιωτική βάση / φυλακή / σχολή / στολή. Στρατιωτική επιχείρηση / συμμαχία / βοήθεια / δικτατορία. ~ γιατρός, αξιωμα τικός με ειδικότητα γιατρού. ~ ιερέας, που υπηρετεί μόνιμα στο στρατό. ~ ακόλουθος πρεσβείας. ~ νόμος, που κηρύσσεται σε μια χώρα ή σε μια περιοχή σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, όταν θεωρείται ότι απειλείται η ασφάλεια της χώρας ή του πολιτεύματος, και αναστέλλει θεμελιώδεις διατάξεις του συντάγματος. Στρατιωτική δικαιοσύνη, για αδικήματα που διαπράττουν όσοι υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις. ~ χαιρετισμός, στάση προσοχής με τη δεξιά παλάμη στην άκρη του γείσου του πηλικίου. β. που ταιριάζει σε στρατιώτη ή σε αξιωματικό: Στρατιωτική πειθαρχία, που επιβάλλεται στο στρατό και με επέκταση, η απόλυτη πειθαρχία. Στρατιωτική νοοτροπία. Στρατιωτικό πνεύμα. Kηδεύτηκε με στρατιωτικές τιμές. 2. (ως ουσ.) α. ο στρατιωτικός, μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός όλων των κλάδων των ενόπλων δυνάμεων, (με επέκταση και για τους μη βαθμοφόρους), σε αντιδιαστολή προς τον πολίτη3: Θα γίνει ~. Οι οικογένειες των στρατιωτικών. β. το στρατιωτικό, η στρατιωτική θητεία: Kάνω το ~ μου, υπηρετώ τη θητεία μου. γ. τα στρατιωτικά, η στρατιωτική στολή, σε αντιδιαστολή προς τη λέξη πολιτικά: Φόρεσε (τα) στρατιωτικά (του). Είναι ντυμένος ~. Xαιρέτησε ~.

Το λεξικό δεν αφήνει παρερμηνεία της ιδιότητας -επαγγέλματος στρατιωτικού από άλλες ιδιότητες -επαγγέλματα π.χ. Αστυνομικών ,Λιμενικών , Πυροσβεστών - θυρωρών Ξενοδ. , προσωπικού ΟΣΕ κλπ . Εξάλλου οι στρατιωτικοί ανήκουν στο ΥΕΘΑ εν σχέσει με άλλους Υπουργείου ΠΡΟ-ΠΟ κλπ . Γενικό συμπέρασμα οι αποκαλούντες τους στρατιωτικούς ελαφρά τη καρδία η εκ του πονηρού ένστολους ή με άλλο όνομα παραβιάζουν το Σύνταγμα της Ελλάδος το οποίο είναι σαφές περί της ιδιότητας - επαγγέλματός μας .

  • τον διαβάσατε τον ορισμό; «που φοράει στολή, επίσημη ομοιόμορφη ενδυμασία που φοριέται από τα μέλη μιας ομάδας κατά τις ώρες εργασίας τους». Τι είναι όλο αυτό το κατεβατό που λέτε;
  • το Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών αναγράφει επακριβώς: «συνήθως για αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων ή των Σωμάτων Ασφαλείας»… --sVlioras (συζήτηση) 11:56, 14 Μαΐου 2017 (UTC)
Ο φίλος που διαμαρτύρεται αναφέρεται προφανώς στην ερμηνεία της λέξης ένστολος ως ουσιαστικό. Όμως εκπλήσσομαι. Γιατί αυτή η λέξη είναι υποτιμητική; Πού γράψαμε ότι η στολή υποτιμά αυτόν που τη φοράει; Δεν καταλαβαίνω. Είναι αλήθεια ότι στολή φορούν και μη στρατιωτικοί, αλλά δεν αποκαλούνται κοινώς ως οι ένστολοι (ουσιαστικοποιημένα). Είναι μια παραξενιά της γλώσσας, όχι του (βικι)λεξικού. Μόλις επισκέφθηκα και την ιστοσελίδα enstoloi.net. Μήπως ο ανώνυμος φίλος θα επρεπε να γράψει και σε αυτούς μια επιστολή και να διαμαρτυρηθεί για το όνομα που διάλεξαν; Πάντως οι άνθρωποι αυτοί μάλλον για τα συμφέροντα του συγκεκριμένου κλάδου προσπαθούν και όχι για να τον δυσφημήσουν. --Flyax (συζήτηση) 23:24, 14 Μαΐου 2017 (UTC)