Μετάβαση στο περιεχόμενο

Συκοφίλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Συκοφίλου < γενική ενικού του αρσενικού Συκόφιλος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Συκοφίλου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Συκόφιλος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]