Μετάβαση στο περιεχόμενο

Συντερίνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Συντερίνα οι Συντερίνες
      γενική της Συντερίνας
    αιτιατική τη Συντερίνα τις Συντερίνες
     κλητική Συντερίνα Συντερίνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Συντερίνα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sin.deˈɾi.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Συντερίνα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Συντερίνα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]