Μετάβαση στο περιεχόμενο

Συρματένια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Συρματένια οι Συρματένιες
      γενική της Συρματένιας
    αιτιατική τη Συρματένια τις Συρματένιες
     κλητική Συρματένια Συρματένιες
Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο.
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Συρματένια < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /siɾ.maˈte.ɲa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Συρματένια

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Συρματένια θηλυκό