Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σχηματαριώτισσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Σχηματαριώτισσα οι Σχηματαριώτισσες
      γενική της Σχηματαριώτισσας των Σχηματαριωτισσών
    αιτιατική τη Σχηματαριώτισσα τις Σχηματαριώτισσες
     κλητική Σχηματαριώτισσα Σχηματαριώτισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Σχηματαριώτισσα < Σχηματαριώτ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sçi.ma.taɾˈʝo.ti.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Σχηματαριώτισσα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Σχηματαριώτισσα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε Σχηματαριώτης.