Σύριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Σύριος Σύριοι
γενική Συρίου
& Σύριου
Συρίων
& Σύριων
αιτιατική Σύριο Συρίους
& Σύριους
κλητική Σύριε Σύριοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Σύριος < Σύρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈsi.ɾi.ɔs/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Σύριος αρσενικό, Σύρια θηλυκό

  1. ο κάτοικος του νησιού Σύρος
    Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι τότε Σύριοι, στην αυλή του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννη, συνεδρίαζαν και έκαναν εκλογές Προεστών και Επιτρόπων. [1]
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: Συριανός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]