Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τέμπεα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

λείπει η κλίση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τέμπεα < άγνωστης ετυμολογίας. Η σύνδεση της λέξης με αρχαία ελληνική τέμνω, αρχαία ελληνική ταπεινός και με λατινική tempus (κρόταφος) είναι προβληματική.[1]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τέμπεα, -έων/-ῶν ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό, ιωνικός τύπος του Τέμπη

  1. (γεωγραφία) κοιλάδα μεταξύ Ολύμπου και Όσσας που διαρρέεται από τον Πηνειό ποταμό
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 173.1
    ἀπικόμενος δὲ τῆς Ἀχαιίης ἐς Ἄλον, ἀποβὰς ἐπορεύετο ἐς Θεσσαλίην, τὰς νέας αὐτοῦ καταλιπών, καὶ ἀπίκετο ἐς τὰ Τέμπεα ἐς τὴν ἐσβολὴν ἥ περ ἀπὸ Μακεδονίης τῆς κάτω ἐς Θεσσαλίην φέρει παρὰ ποταμὸν Πηνειόν, μεταξὺ δὲ Ὀλύμπου τε ὄρεος ἐόντα καὶ τῆς Ὄσσης.
    Κι όταν έφτασαν στον Άλο της Αχαΐας, αποβιβάστηκαν και πορεύονταν στη Θεσσαλία, αφήνοντας τα καράβια εκεί, κι έφτασαν στα Τέμπη, στο πέρασμα που από την Κάτω Μακεδονία βγάζει στη Θεσσαλία, δίπλα από την κοίτη του ποταμού Πηνειού, που κυλά τα νερά του ανάμεσα από τα όρη Όλυμπος και Όσσα.
    Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      2ος κε αιώνας Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, 4, 6.7
    αὶ εἰσὶ ξύμπαντες οὗτοι τηλικοῦτοι ποταμοὶ ὥστε οὐδεὶς αὐτῶν μείων ἐστὶ τοῦ Πηνειοῦ τοῦ Θεσσαλικοῦ ποταμοῦ, ὃς διὰ τῶν Τεμπῶν ῥέων ἐκδιδοῖ ἐς θάλασσαν·
    Όλοι αυτοί οι ποταμοί είναι τόσο μεγάλοι, ώστε κανένας από αυτούς δεν είναι μικρότερος από τον θεσσαλικό ποταμό Πηνειό, ο οποίος διασχίζοντας τα Τέμπη χύνεται στη θάλασσα.
    Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greeklanguage.gr
  2. (γεωγραφία), (γενικότερα) κάθε απομακρυσμένη και απομονωμένη κοιλάδα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.