Ταμπάχανα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Ταμπάχανα
      γενική των Ταμπάχανων
    αιτιατική τα Ταμπάχανα
     κλητική Ταμπάχανα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ταμπάχανα < ταμπάχανο στον πληθυντικό

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ταμπάχανα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. παλαιά ιστορική συνοικία της Πάτρας
  2. παλαιά ελληνική συνοικία της Σμύρνης
    μέσα στα Ταμπάχανα / κορίτσια σαν τα λάχανα (στίχος σμυρναίικου τραγουδιού)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]