Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ταναγραϊκή

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ταναγραϊκή
      γενική τῆς Ταναγραϊκῆς
      δοτική τῇ Ταναγραϊκ
    αιτιατική τὴν Ταναγραϊκήν
     κλητική ! Ταναγραϊκή
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ταναγραϊκή < αρχαία ελληνική Τάναγρα Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ταναγραϊκή θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]