Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ταρσή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Ταρσή οι Ταρσές
      γενική της Ταρσής των Ταρσών
    αιτιατική την Ταρσή τις Ταρσές
     κλητική Ταρσή Ταρσές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ταρσή < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taɾˈsi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Ταρσή

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ταρσή θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Ταρσής)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]