Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τερεντίου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τερεντίου < γενική ενικού του αρσενικού Τερέντιος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τερεντίου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Τερέντιος)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]