Τζίνογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Τζίνογλου | οι | Τζίνογλοι & Τζινογλαίοι |
οι | Τζίνογλου |
| γενική | του/της | Τζίνογλου | των | Τζίνογλων & Τζινογλαίων |
των | Τζίνογλου |
| αιτιατική | τον/την | Τζίνογλου | τους | Τζίνογλους & Τζινογλαίους |
τους/τις | Τζίνογλου |
| κλητική | Τζίνογλου | Τζίνογλοι & Τζινογλαίοι |
Τζίνογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τζίνογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τζίνογλου αρσενικό ή θηλυκό