Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τζαμάλιον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Τζαμάλιον τὰ Τζαμάλια
      γενική τοῦ Τζαμαλίου τῶν Τζαμαλίων
      δοτική τῷ Τζαμαλί τοῖς Τζαμαλίοις
    αιτιατική τὸ Τζαμάλιον τὰ Τζαμάλια
     κλητική ! Τζαμάλιον Τζαμάλια
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τζαμάλιον <  δείτε τη λέξη Τζαμάλι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /d͡zaˈma.li.on/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τζαμάλιον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τζαμάλιον ουδέτερο