Τζαφέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τζαφέρα < γενική ενικού του αρσενικού Τζαφέρας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τζαφέρα θηλυκό (αρσενικό Τζαφέρας)
Τζαφέρα θηλυκό (αρσενικό Τζαφέρας)