Τζιριβήλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Τζιριβήλα < γενική ενικού του αρσενικού Τζιριβήλας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Τζιριβήλα θηλυκό (αρσενικό Τζιριβήλας)
Τζιριβήλα θηλυκό (αρσενικό Τζιριβήλας)