Τούρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Τούρκος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Τούρκος αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από την Τουρκία
  2. αυτός που έχει τουρκική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  3. αυτός που ομιλεί μια από τις τουρκικές γλώσσες. Αναφέρεται σε πληθυσμούς που ζουν από τα Βαλκάνια μέχρι την Αν. Σιβηρία και την Δυτ. Κίνα.
  4. (σε παλαιά κείμενα) Μουσουλμάνος υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως εθνότητας.[1]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Παράδειγμα: "Είδον έως 10 σωρούς Τούρκους φονευμένους, μαύρους, άσπρους, κάθε είδους." Νικόλαος Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Αθήνα, 1939, τομ. Α', σ. 152.