Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τούσιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Τούσιας οι Τούσιες
& Τουσιέηδες
      γενική του Τούσια των
Τουσιέηδων
    αιτιατική τον Τούσια τους Τούσιες
& Τουσιέηδες
     κλητική Τούσια Τούσιες
& Τουσιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τούσιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τούσιας αρσενικό (θηλυκό Τούσια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]